Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2012
posted by Librofilo at Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2012 | Permalink
Κόντρα στον άνεμο

Παράξενο μυθιστόρημα, το άκρως σαγηνευτικό «γουέστερν» του FREDERIC ROUX (Γαλλία,1947), με τίτλο «ΙΝΔΙΑΝΙΚΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ» («L'Hiver indien»), (Εκδ. Πάπυρος, μετάφρ. Γ.Στρίγκος, σελ.537), μια «ουτοπική» περιπέτεια που είναι φανερά επηρεασμένη (αλλά αυτό ουδόλως ενοχλεί) από κινηματογραφικές ταινίες και λογοτεχνικά έργα, με άφθονο και αντισυμβατικό χιούμορ.

Τ’αδέρφια Γκορτς, ο Πέρσι και ο Σταντ ζουν σε ένα βρωμερό και τρισάθλιο καλύβι μέσα στο δάσος και συντηρούνται από το επίδομα ανεργίας το οποίο σπαταλάνε σε ατέλειωτα μεθύσια, ενώ διατρέφονται από το σχεδόν καθημερινό (παράνομο) κυνήγι ζαρκαδιών. Οι Γκορτς είναι Ινδιάνοι και ανήκουν στην σχεδόν εξαφανισμένη φυλή των Μάκα, ζουν στο Νία Μπέι, ένα κομμάτι γης στο βορειοδυτικό άκρο των Η.Π.Α., στην πολιτεία της Ουάσιγκτον – πιο δυτικά δεν έχει, αφού η πόλη τους είναι ένα λιμανάκι στον Ειρηνικό ωκεανό ενώ πίσω τους έχουν μόνο δάση και λίμνες. Είναι μια γη εκ πρώτης όψεως ειδυλλιακή που πλέον «φιλοξενεί» τους αρχικούς της ιδιοκτήτες, οι οποίοι φυτοζωούν χαμένοι μέσα στον αλκοολισμό που ταλαιπωρεί την φυλή τους, πάμπτωχοι και με υψηλή εγκληματικότητα.

«Βρίσκονταν εκτοπισμένοι στις ακτές του Ειρηνικού, είχαν πουλήσει ένα μεγάλο κομμάτι της πολιτείας της Ουάσιγκτον όχι ακριβότερα απ’όσο θα κόστιζε μια Buick Regal με χαλασμένο κιβώτιο ταχυτήτων, κι αν έκαναν ένα βήμα πίσω, θα τους κατάπινε ο ωκεανός. Κανείς πια δεν θα μιλούσε γι’αυτούς σε τούτα τα εδάφη που άλλοτε τους ανήκαν, με εξαίρεση τα εθνογραφικά μουσεία, όπου όλοι θα ήταν περίλυποι επειδή οι ελάχιστοι εναπομείναντες δεν θα μπορούσαν να τους διαφωτίσουν γύρω από κάποιες λεπτομέρειες.
Η σιωπή έπεσε ανάμεσά τους όπως θα’πεφτε η σκόνη ή ο κεραυνός, θα τους είχαν βρει ένα χρόνο αργότερα, πετρωμένους, στην ίδια θέση.
Τα σκέφτονταν όλ’αυτά, ο καθένας, κλεισμένος στα όνειρα που είχε εγκαταλείψει εδώ και καιρό. Το πιο τρελλό όνειρο ήταν ίσως η μόνη λύση ή θα ήταν εν πάση περιπτώσει η έσχατη λύση. Δεν θα απέμεινε στις επόμενες γενιές παρά να διαλυθούν στο αλκοόλ ή, ακόμα χειρότερα, στη λήθη. Η προφητεία του Κάστερ θα επαληθευόταν πιο πολύ απ’ότι θα το ήθελε κι ο ίδιος, οι επόμενοι Ινδιάνοι που θα γεννιόνταν θα ήταν ήδη νεκροί Ινδιάνοι.»

Όταν ο Σταντ (ο μεγαλύτερος) αποφυλακίζεται μετά από τριετή ποινή, εκτός από το αρχικό σοκ που ένιωσε ο Πέρσι βλέποντας ολόκληρο το σώμα του καλυμμένο από τατουάζ (τα οποία τον μετέτρεπαν σε μάλλον τρομακτική μορφή αφού ήταν θεόρατος), τον άκουσε με ανοιχτό στόμα να ξεδιπλώνει το σχέδιο που επεξεργάστηκε κλεισμένος στο κελί του. Να βρούνε μερικούς άλλους και να ξαναρχίσουν αυτό που χαρακτήριζε τη φυλή τους κάποτε: το κυνήγι της φάλαινας…Το σχέδιο φαντάζει τρελλό και ανεφάρμοστο, τα δυό αδέρφια δεν είναι και οι πιο αξιοσέβαστοι κάτοικοι της πόλης (ο Σταντ διακρινόταν στα μεθύσια και τους τσακωμούς, ενώ ο Πέρσι για την ομορφιά του, την αφέλειά του και το ταλέντο του να πηδάει ότι θηλυκό κινείτο γύρω του), αλλά όταν προσεγγίζουν τον ιδιόμορφο διανοουμενίζοντα και σοφιστή Χάουαρντ που πέραν της ακατάσχετης κατανάλωσης ποτού μπορεί να προσδώσει μια πιο στέρεη βάση στο αίτημα τους που με τα πολλά εγκρίνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης.
Ο Χάουαρντ πείθει τον γιό του Νέιθαν, που υπηρέτησε στο Ιράκ και είναι καλός σκοπευτής, ενώ ο Σταντ βρίσκει τον εξαφανισμένο από χρόνια από τη πόλη τους, κτηνώδη Γκρεγκ Μπίσοπ, μια μάλλον εγκληματική φυσιογνωμία και τον πείθει μετά από ένα εξαντλητικό όργιο ποτού και μεθυσιού να συμμετάσχει υποσχόμενός του χρηματικά οφέλη από το κυνήγι φαλαινών. Ο παλιός φίλος του Χάουαρντ, ο Κρις είναι ο τελευταίος που προσεγγίζεται επειδή ήταν άσος κάποτε στην κωπηλασία. Πλέον όμως είναι ένας «γκουρού του σεξ», ένας τσαρλατάνος που απομυζά χρήματα από μεσόκοπες κυρίες ως μάγος που πουλάει ματζούνια και φυλακτά – σε δύσκολη θέση πλέον από τις συνεχείς καταγγελίες, αλλάζει πόλη κάθε τρεις και λίγο για να ξεφύγει, οπότε βλέποντας ως μονόδρομο την επιστροφή στην πόλη του, δέχεται να συμμετάσχει στο σχέδιο.

«Όλοι μαζί αποτελούσαν μια ωραία από παράνομους, κι αυτή η ορδή των αγρίων υποτίθεται πως, όπως το σκέφτονταν μερικές φορές, θα ξανάδινε στην κοινότητα τη χαμένη της αξιοπρέπεια κατορθώνοντας κάτι που θεωρούνταν ιερό από τους προγόνους τους.»

Καθώς το σχέδιο αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά, οι οικολογικές οργανώσεις αντιδρούν, οι δημοσιογράφοι κατακλύζουν την πόλη και το πλοίο μιας οικολογικής ακτιβιστικής οργάνωσης, το «Whale Will» του φανατικού «οικολόγου» Συνταγματάρχη Χολμς αποκλείει το λιμάνι της πόλης ώστε να μη μπορεί να βγεί παραέξω οτιδήποτε, η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι και οι εξελίξεις προβλέπονται ραγδαίες. Υπάρχει τεράστια δημοσιότητα, η αμερικάνικη κοινή γνώμη είναι φανατικά εναντίον της ιδέας των Ινδιάνων – «γι’αυτούς οι φάλαινες είναι πιο σημαντικές από τους Ινδιάνους» – και παρά τα λογικοφανή και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (η οποία βέβαια τροποποιείται συνεχώς), επιχειρήματα υπέρ της (συγκεκριμένης) φαλαινοθηρίας το εγχείρημα μοιάζει καταδικασμένο. Θα το ανεχθούν όμως αυτό, τα μέλη της «Άγριας Συμμορίας» ή θα το πάνε στα άκρα;

«…Ήταν όλο και πιο βέβαιος πως όλοι όσοι κάθονταν γύρω απ’αυτό το τραπέζι ανήκαν σε γενιές χαμένες, πως βρίσκονταν διχασμένοι ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί.
Τους είχαν πάρει ό,τι ήταν δικό τους, το οποίο δεν ήταν τίποτα.
Το κυνήγι της φάλαινας ήταν η μόνη εναλλακτική για να ξαναβρούν κάπως την ταυτότητά τους και την περηφάνιά τους…επρόκειτο για μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων και δια παντός.»

Το μυθιστόρημα (βίαιο και ωμό πολλές φορές) ακολουθεί την μορφή και το ελεγειακό ύφος της αριστουργηματικής ταινίας «ΚΑΙ ΟΙ 7 ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ» (περισσότερο παρά του πρωτότυπου που ήταν «ΟΙ 7 ΣΑΜΟΥΡΑΪ»). Οι «τελειωμένοι» αντιήρωες του βιβλίου, αυτά τα 6 «αποβράσματα της κοινωνίας» είναι αποφασισμένοι να τραβήξουν τον δρόμο τους, να περάσουν το μήνυμα της επιβίωσης της φυλής τους που γι’αυτούς έχει μεγαλύτερη σημασία από την επιβίωση της φύσης ή των ζώων. Ενάντια σε οτιδήποτε πολιτικά ορθό, κόντρα στους νόμους που τους έχουν επιβληθεί, οι «ασεβείς» και «μηδενιστές» αυτοί τύποι, μέθυσοι και μόνιμοι παραβάτες του νόμου, απόκληροι και ανυπόταχτοι τραβάνε το δρόμο τους γνωρίζουν το τέλος τους, ξέρουν ότι θα συντριβούν αλλά τίποτα δεν τους ενδιαφέρει.

Η Φάλαινα δεν εμφανίζεται πουθενά, ουσιαστικά δεν υπάρχει, είναι μια ουτοπία. Αλληγορικό και συμβολικό το βιβλίο του Ρού (με στίχους από τραγούδια και ποιήματα – υπάρχει και playlist στο τέλος του!!), δεν είναι απλά μια περιπέτεια που σε κρατάει καθηλωμένο. Ο συγγραφέας δεν αφήνει τίποτα ασχολίαστο με την ειρωνική και γεμάτη χιούμορ γραφή του, οι έξαλλοι και «φανταμενταλιστές» οικολόγοι, οι υστερικές μεσόκοπες «τρομοκράτισες της ορθής σκέψης», η φιλήσυχη αστική τάξη με τις εμμονές και την απουσία κριτικής σκέψης, οι σύγχρονες αμερικανίδες, δήθεν προοδευτικές και χωρίς ταμπού που στην πραγματικότητα είναι βαθύτατα συντηρητικές, όπως στην περίπτωση της Φράνσις που ερωτεύεται τον Πέρσι και κάποια στιγμή φρικάρει... Μπορεί να δανείζεται πολλά στοιχεία από το (επιβλητικό και θεμελιώδες) «Μόμπυ Ντικ» του Μέλβιλ, αλλά είναι πάνω απ’όλα μια αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας ενός έθνους, ενός λαού καταδικασμένου στην αφάνεια και στην λήθη της ιστορίας από τις Η.Π.Α. και την εγκληματική πολιτική τους πάνω στο θέμα των Ινδιάνων – η δε σκέψη του κάθε αναγνώστη μπορεί να πάει σε σύγχρονα προβλήματα όπως η Παλαιστίνη ή το Θιβέτ. Το ελεγειακό ύφος του μυθιστορήματος με το κινηματογραφικό (και προβλεπόμενο) φινάλε δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανέναν.

 



                       
BOB SEGER – Against the wind


 
Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2012
posted by Librofilo at Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2012 | Permalink
Δέντρο από καπνό

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας πόλεμος.»

Το συγκλονιστικό μυθιστόρημα του Denis Johnson (Η.ΠΑ.,1949), με τίτλο «ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΚΑΠΝΟ» («Tree of smoke»), (Εκδ. Πατάκη, μετάφρ.(άθλος) Γ.Ι.Μπαμπασάκη, σελ.747), το οποίο βραβεύτηκε με το «National Book Award» του 2007, δεν είναι ένα βιβλίο για το Βιετνάμ όπως κάποιος μπορεί να υποθέσει από μια απλή σύνοψη, είναι ένα βιβλίο για τις επιπτώσεις που έχουν οι κάθε λογής πόλεμοι στους διαφορετικούς ανθρώπους που άθελα ή ηθελημένα συμμετέχουν σ’αυτούς. Είναι κυρίως ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων με τις εσωτερικές διαμάχες τους, τις αλλαγές που διαμορφώνονται στην προσωπικότητά τους καθώς εμπλέκονται σε ασυνήθιστες καταστάσεις, τον δρόμο που παίρνει η ζωή τους.

Το «Δέντρο από καπνό» ξεκινάει με την δολοφονία του Κένεντι το 1963 και ολοκληρώνεται 20 χρόνια αργότερα, το κύριο όμως μέρος του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια των 7 χρόνων, μέχρι το 1970 ακολουθώντας τους ήρωες / χαρακτήρες από τις Φιλιππίνες στο Βιετνάμ. Στις τελευταίες 100 σελίδες, ο συγγραφέας πραγματοποιεί ένα χρονικό άλμα, 13 χρόνια αργότερα συναντώντας τους (όσους επιζήσαντες) ήρωές του ολοκληρώνοντας την ιστορία του.

Κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου είναι ο Γουίλιαμ «Σκιπ» Σαντς, πράκτορας της CIA, στρατολογημένος από το πανεπιστήμιο, στο τμήμα «Παγκόσμιας Λογοτεχνίας» (κάλυψη για πολλές δραστηριότητες) και ο θείος του, μέντορας και προστάτης του, ο Συνταγματάρχης Φράνσις Σαντς, (που άκουγε περισσότερο στον τίτλο του, παρά στο όνομά του), μια προσωπικότητα «larger than life», ήρωας του Β Παγκόσμιου πολέμου, ο οποίος είχε γλυτώσει από ένα εφιαλτικό Γιαπωνέζικο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Βιρμανία το ’41 και πολεμούσε συνεχώς από τότε σε όλα τα μέτωπα της ΝΑ Ασίας τους Κομμουνιστές. Ο Συνταγματάρχης ήταν ο παιδικός ήρωας του Σκιπ, «ένας αεροπόρος, ένας πολεμιστής, ένας κατάσκοπος», λίγο-πολύ παρανοϊκός, κάποτε «Τζεημσμποντικός χαρακτήρας» αλλά πλέον περισσότερο σαν ήρωας του Γκράχαμ Γκρην («Ο ήσυχος Αμερικάνος») αντιμετωπιζόταν από την υπηρεσία, σαν ένας εκκεντρικός και σεβάσμιος αξιωματικός που στην πραγματικότητα όλοι διαφωνούσαν με τις μεθόδους του, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν μ’αυτόν.

Ο Σκιπ τον ακολουθεί παντού και γίνεται ο (κατά κάποιο τρόπο) γραμματέας του. Η επίσημη αποστολή του είναι να οργανώσει το τεράστιο αρχείο του και να δουλεύει πάνω σ’αυτό το δαιδαλώδες σύστημα καταγραφής. Όταν λοιπόν ο Συνταγματάρχης μετά τις Φιλιππίνες μετατίθεται στο Βιετνάμ και με την δική του αφοσιωμένη ομάδα προσπαθεί να επιδοθεί στον «ψυχολογικό πόλεμο» κατά των Βιετκόνγκ, ο Σκιπ πάει κι αυτός εκεί. Ο Συνταγματάρχης με τη βοήθεια του οδηγού του, ενός παμπόνηρου Βιετναμέζου, προσπαθεί να οργανώσει ένα δίκτυο παροχής πληροφοριών μέσω ενός «διπλού πράκτορα», συγγενή του οδηγού του και ανθρώπου που ασφυκτιά μέσα στις αντιφάσεις που του επιφυλάσσει η μοίρα του.

Η άλλη πλευρά της Αμερικής, παρουσιάζεται μέσα από την ιστορία των αδερφών Χιούστον, του Μπιλ και του Τζέιμς, η πλευρά των φτωχών και λούμπεν ανθρώπων που κατατάσσονται στον στρατό για έναν σταθερό μισθό, για ταξίδια σε εξωτικές χώρες, για την περιπέτεια και βρίσκονται είτε να σκοτώνουν μύγες σε στρατόπεδα, είτε να αποτελούν τον πρώτο στόχο για τα εχθρικά πυρά σε απομονωμένες μονάδες. Οι ζωές των δύο αυτών ανθρώπων (αντιηρώων όπως συνηθίζεται να λέγεται) καταστρέφονται αφού γίνονται εύκολη λεία της εξουσίας.

Ο Σκιπ από αφελής και λίγο μαλθακός νεαρός στην αρχή, εξελίσσεται σε έναν διανοούμενο με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις για τον ρόλο του, έχοντας μια σχέση έλξης-απώθησης με αυτά που βλέπει γύρω του, από το αρχικό σοκ που υπέστη στις Φιλιππίνες όταν έγινε μάρτυρας μιας δολοφονίας εν ψυχρώ ενός προοδευτικού ιερέα από τους ανθρώπους του Συνταγματάρχη, έως τις σκηνές κόλασης και παρακμής που βιώνει στον πόλεμο του Βιετνάμ. Απομονωμένος σε μια βίλλα με τεράστια και ενδιαφέρουσα βιβλιοθήκη και με το πολύτιμο(;) αρχείο παρέα διαμορφώνει την προσωπικότητά του και βλέπει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς παρουσιάζονται ενώ αρχίζει να αμφιβάλλει για τις μεθόδους του μέντορά του. Μοναδική ανθρώπινη επαφή και σχέση έχει με μια ιδιόμορφη («τρελλή» όπως την χαρακτηρίζει) γυναίκα, την Κάθυ με την οποία είχε ερωτική σχέση στις Φιλιππίνες και την ξαναβρίσκει στο Βιετνάμ να φροντίζει ορφανά παιδιά και θύματα του πολέμου. Η Κάθυ, ίσως η πιο «ανθρώπινη» και «γήινη» μορφή σε ολόκληρο το βιβλίο θα έχει και τον τελευταίο λόγο στην ιστορία…

«Στη θέα της σημαίας ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του. Στην Αστερόεσσα όλα τα πάθη της ζωής του συμφύρονταν για να προκαλέσουν τον πόνο με τον οποίο αγαπούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής – με τον οποίο αγαπούσε τα λερά, απλοϊκά, έντιμα πρόσωπα των φαντάρων στις φωτογραφίες του Β΄Παγκόσμίου πολέμου, με τον οποίο αγαπούσε τα παραπετάσματα της βροχής που κυμάτιζαν στο πράσινο γήπεδο σαν τελείωνε η σχολική χρονιά, με τον οποίο λάτρευε τις αισθητήριες αναμνήσεις από τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας, τα πολλά καλοκαίρια στο Κάνσας, παίζοντας μπέιζμπολ, πέφτοντας ανώδυνα στο χορτάρι, με το κεφάλι του να χτυπάει από τη ζέστη, τους αποσβολωμένους δρόμους τα απογεύματα δίχως αεράκι, την πυκνή, χειροπιαστή σκιά από τις κολοσσιαίες φτελιές, το μουρμούρισμα απ’τα ραδιόφωνα πέρα από τα περβάζια των παραθύρων, τη λύπη των μεγάλων για τις ακατανόητες επιδιώξεις τους, τις φωνές που απλώνονταν στις αυλές μες στο σούρουπο που αργούσε ολοένα και περισσότερο, τα τρένα που κινούνταν μέσα από την πόλη προς τον ουρανό. Η αγάπη του για τη χώρα του, την πατρίδα του, ήταν μια αγάπη για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής το καλοκαίρι.»

Καθώς ο Συνταγματάρχης απομονώνεται μέσα στην παράνοια του και στα όλο και πιο περίπλοκα σχέδιά του, επικρατεί μια ψυχρότητα στις σχέσεις του με τον Σκιπ και καθώς η CIA προσπαθεί πλέον ανοιχτά να «ξεφορτωθεί» τον «ενοχλητικό» Συνταγματάρχη που κάνει τα δικά του, η ιστορία γίνεται  ζοφερή, με όλο και περισσότερα στοιχεία αμιγούς κατασκοπευτικού θρίλερ. Ο Συνταγματάρχης ένα κράμα Τζον Γουέην και διανοούμενου, οδηγείται στην παράνοια και κάποια στιγμή ανακοινώνεται ο θάνατός του. Έχει όμως πεθάνει; Και που είναι το πτώμα που δεν είδε κανείς;

Γίνονται τόσα πολλά στο βιβλίο του Τζόνσον που αποκλείεται να καταφέρει κάποιος να αποδώσει με λίγα λόγια το πνεύμα του ή έστω να περιγράψει τις καταστάσεις. Τα επίπεδα είναι πολλά, και οι συμβολισμοί άπειροι ενώ καθώς κυριαρχεί η ψυχεδέλεια και η παράνοια του Βιετνάμ, ο αναγνώστης ενδέχεται να μπερδευτεί ή και να λυγίσει από την ορμή και την δυναμική της αφήγησης που αλλάζει συνεχώς στυλ. Η γραφή του Τζόνσον που φέρνει σε κάποια σημεία προς την κοφτή και ρεπορταζιακή αφήγηση του Χέμινγουέι και του Μέηλερ (κυρίως αυτού), μετατρέπεται σε πυκνή και ειρωνική αλά Λε Καρέ για να θυμίσει σε κάποια σημεία Τολστόϊ (εξάλλου το βιβλίο συγκρίθηκε με το «Πόλεμος και Ειρήνη»). Όταν δε, μπαίνει δυναμικότερα στο προσκήνιο, το δεξί χέρι του Συνταγματάρχη, ο Τζίμυ Στορμ ψάχνοντάς τον στις Ασιατικές ζούγκλες, δεν μπορεί να μη σου έρθει στο νού ο Κόνραντ και η «Καρδιά του Σκότους» (ή κατά το κινηματογραφικότερον, η «Αποκάλυψη Τώρα»).

«Ήταν σαν να διαβάζω παντού μιαν ιστορία γέννησης στον πόλεμο, μιαν ιστορία γένεσης και χάους, μ’όλα τα σώματα των θεών που ήταν λαξεμένα σαν και των αντρών- κι αυτών των κουτσουρεμένων αγαλμάτων, των ανθρώπων.» Αρτό

Η δύναμη του εξαιρετικού μυθιστορήματος του Τζόνσον είναι στους χαρακτήρες που πλάθει. Όλοι «φευγάτοι», όλοι κυνηγάνε την περιπέτεια, όλοι γνωρίζουν καλά ότι «θα πέσουν στα βράχια», θα τσακιστούν. Ανίκανοι να κάνουν μια ανθρώπινη σχέση, ανίκανοι να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, βιώνουν τις περιπέτειές τους γνωρίζοντας την ρευστότητα γύρω τους, όταν ο τωρινός σύμμαχος είναι ο αυριανός (λυσσαλέος) εχθρός. Ο συγγραφέας ξετυλίγει αργά και μεθοδικά τον κάθε χαρακτήρα και την προσωπική (αδιέξοδη του) μάχη. Οι ανατροπές στην πλοκή, η φρίκη και η αγωνία του πολέμου (του κάθε πολέμου, διότι και οι περιπέτειες των αδερφών Χιούστον πίσω στην πατρίδα ένα είδος πολέμου είναι), αποτελούν ουσιαστικά ένα λογοτεχνικό πίνακα του Bruegel με τα βιβλικά του θέματα (εξάλλου και ο τίτλος του βιβλίου είναι από την Βίβλο), σε συνδιασμό με τις εσωτερικές αναζητήσεις των ηρώων (κατά κύριο λόγο του Σκιπ βέβαια), παρασέρνουν τον αναγνώστη σ’αυτό το ιδιόμορφο μυθιστορηματικό tour-de-force.

 



                       
The Doors – Riders of the Storm
 
Δευτέρα, Αυγούστου 20, 2012
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 20, 2012 | Permalink
Οι κατάσκοποι των Βαλκανίων

Οι ιστορίες κατασκόπων όταν είναι καλογραμμένες και διαθέτουν όλα τα στοιχεία που τις χαρακτηρίζουν, δηλαδή σασπένς, ατμόσφαιρα, ίντριγκα και στέρεους χαρακτήρες, είναι ικανές να σε καθηλώσουν και να σε κάνουν να ξεχάσεις τις επι μέρους ατέλειες που μπορεί να έχουν. Ένα ωραίο δείγμα αυτού του λογοτεχνικού είδους είναι το πολύ ενδιαφέρον αλλά και άνισο μυθιστόρημα «ΟΙ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ» («Spies of the Balkans»), του Αμερικανού συγγραφέα (και καθιερωμένου μετρ του «ιστορικού κατασκοπευτικού» μυθιστορήματος), ALAN FURST (γεν.1941), (Εκδ. Πατάκη, μετάφρ. Χρ.Σακελλαροπούλου, σελ.429).

Ο Φερστ τοποθετεί την δράση της ιστορίας του στην Θεσσαλονίκη και στην χρονική περίοδο 5 Οκτωβρίου 1940 – 5 Απριλίου 1941. Σ’αυτό το ταραγμένο εξάμηνο όπου καλύπτεται η κήρυξη του ελληνοιταλικού πολέμου, ο θάνατος του Ι.Μεταξά και λίγο πριν από την είσοδο των Γερμανικών στρατευμάτων στην Θεσσαλονίκη, ο συγγραφέας πλάθει μια γοητευτική ιστορία με (super) ήρωα έναν έλληνα αστυνομικό ο οποίος ισορροπεί θαυμαστά μεταξύ βρετανών και γερμανών κατασκόπων, διασώζει εβραίους της Γερμανίας, πέφτει στα «λάγνα» δίχτυα μιας ικανότατης εγγλέζας που αποδεικνύεται κατάσκοπος και ερωτεύεται παράφορα μια πανέμορφη κυρία της αριστοκρατίας.

Ο συγγραφέας δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το πολιτικό υπόβαθρο της ιστορίας του. Ο ήρωας, ο Κώστας Ζαννής (σαραντάρης, γεροδεμένος, μετρίου αναστήματος με σταρένιο δέρμα που «θύμιζε περισσότερο μποξέρ παρά σταρ του σινεμά» και με βαθυγάλανα ζωηρά μάτια!!) ένας μοναχικός, αλτρουιστής και ιδιαίτερα αξιόλογος αξιωματικός της Ασφάλειας που ανήκει σε κάποιο ακαθόριστο τμήμα με ειδικότητα στις «επικίνδυνες αποστολές», προσεγγίζεται από μια πλούσια γερμανίδα (εβραϊκής καταγωγής) σύζυγο ενός Ναζί αξιωματικού των Ες-Ες, η οποία του ζητάει να την βοηθήσει στις προσπάθειές της να διασώσει όσους περισσότερους εβραίους μπορεί από το ναζιστικό πογκρόμ του Χιτλερικού καθεστώτος. Η «υποχρέωση» του Ζαννή (ο οποίος όχι μόνο παίρνει το ΟΚ, από τον προϊστάμενό του αλλά και συστήνεται ένα άτυπο ειδικό ταμείο για την βοήθεια αυτών των ανθρώπων – δηλαδή ποσά που διατίθενται σε διάφορα λαδώματα) είναι να εξασφαλίσει ένα ασφαλές «πέρασμα» από την Σερβία ή την Βουλγαρία, για την Κωνσταντινούπολη ή την Αίγυπτο μέσω Θεσσαλονίκης.

Οι αποστολές εκτελούνται με μεγάλη επιτυχία, και οι Βρετανοί που μαθαίνουν τα κατορθώματα του Ζαννή του προτείνουν μελλοντική συνεργασία αφού είναι θέμα χρόνου η επέλαση των Χιτλερικών στρατευμάτων στα Βαλκάνια και η πτώση της Θεσσαλονίκης στα χέρια τους. Ο Ζαννής βρίσκεται μέσα σε μια θύελλα. Πρέπει να φυγαδεύσει το συντομότερο τους δικούς του ανθρώπους, τον άμεσο συνεργάτη του (εβραϊκής καταγωγής) στην Ασφάλεια προς την Κων/λη, και το ίδιο διάστημα μπλέκει ερωτικά με την εκθαμβωτική Δήμητρα, την σύζυγο του χορηγού των μυστικών του επιχειρήσεων, ενός πάμπλουτου και σκοτεινού τύπου – η σχέση του με την μοιραία και σαγηνευτική αυτή γυναίκα μπορεί να αποβεί πιο επικίνδυνη απ’όλες τις αποστολές που αναλαμβάνει. Συν τοις άλλοις, πρέπει (κατόπιν της συμφωνίας του με τους Βρετανούς) να πάει στο Παρίσι να απελευθερώσει έναν βρετανό επιστήμονα και στο Βελιγράδι να βοηθήσει στο πραξικόπημα κατά του φιλοναζιστή πρωθυπουργού της χώρας έτσι ώστε να καθυστερήσει την κάθοδο της Γερμανικής στρατιάς προς το Νότο. Το «ανοιχτό» φινάλε του μυθιστορήματος προδιαθέτει (ή και προειδοποιεί) για συνέχεια των ιστοριών του πανούργου Ζαννή.

Το βιβλίο του Φερστ είναι συναρπαστικό αλλά ένας κάτοικος μιας άλλης χώρας θα το απολάμβανε περισσότερο, αφού θα έλκετο από την «υγρή» και «ερωτική» ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης – δυστυχώς όμως εάν γνωρίζεις κάποια πράγματα για το πολιτικό περιβάλλον της εποχής δεν μπορείς να μη τα φέρεις στο μυαλό σου. Διαβρωμένη από το Μεταξικό καθεστώς (και όχι μόνο), το οποίο δεν ήταν τόσο light όσο αφήνει να φανεί η αφήγηση του Φερστ, η αστυνομία της Θεσσαλονίκης διέπετο από την φιγούρα του περιβόητου Μουσχουντή (γνωστός από την "Υπόθεση Πολκ"), από αντιεβραϊκές τάσεις, από την προστασία κάθε λογής καθαρμάτων που έδρασαν κατά την διάρκεια της Κατοχής, πως άραγε θα μπορούσε ένας (έστω ικανός) αξιωματικός σαν τον Ζαννή να δρα ανενόχλητος και χαλαρός; Αφήνω τις άλλες ευκολίες και κλισέ, του τύπου «love is in the air», φοβερές ταβέρνες – ωραία φαγητά, ρεμπέτικη μουσική παντού, ναργιλέδες που σου φτιάχνουν κεφάλι – όλα αυτά ενώ η χώρα βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, ήδη τα πρώτα συμπτώματα έλλειψης αγαθών είχαν αρχίσει να φαίνονται και οι Γερμανοί πλησίαζαν είναι καταστάσεις που δεν μπορούν βγούν από το μυαλό, ακόμα και του πλέον αδαούς έλληνα αναγνώστη.

Ας μείνω όμως στα θετικά στοιχεία τα οποία είναι αρκετά και διόλου αμελητέα. Ο Φερστ είναι ένας έμπειρος και «κοσμοπολίτης» συγγραφέας, αληθινός μάστορας της αφήγησης ο οποίος (εάν κρίνω από τον κατάλογο των βιβλίων του έχει πάντα κάποια πόλη ως επίκεντρο των ιστοριών του, π.χ. «Spies of Warsaw»,«Mission to Paris» κλπ), ειδικεύεται στο είδος με μεγάλη επιτυχία. Το μυθιστόρημα είναι κλασσικό page-turner με δράση και κινηματογραφικό ρυθμό. Θυμίζοντας τα κλασσικά μυθιστορήματα του μεγάλου Έρικ Άμπλερ Η μάσκα τουΔημήτριου» κλπ) έχει σκοτεινή και ομιχλώδη ατμόσφαιρα μυστηρίου, ο χαρακτήρας του Ζαννή υπερβολικός μεν αλλά λογοτεχνικά δυνατός και είναι προσεγμένο στα γενικά ιστορικά στοιχεία αποφεύγοντας να θίξει «ευαίσθητα» θέματα, ακολουθώντας πιστά τα λαογραφικά κλισέ του είδους. Ένας καλός σκηνοθέτης ίσως και να το «απογείωνε» κινηματογραφικά πετυχαίνοντας την σωστή ατμόσφαιρα «Καζαμπλάνκας» που αναδύει η ιστορία, πάντως διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης περνάει καλά και παρασύρεται από τον ρυθμό του.





                       


                        
JOHN BARRY – The Ipcress file (OST)