Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017 | Permalink
2084, το τέλος του κόσμου
Μια δυστοπία για ένα φρικιαστικό μέλλον περιγράφει με δυναμισμό ο Γαλλοαλγερίνος συγγραφέας Boualem Sansal (Αλγερία,1949), στο εξαιρετικά ενδιαφέρον, αλλά μάλλον άνισο μυθιστόρημά του, “2084, το τέλος του κόσμου” (εκδόσεις Διάμετρος, μετάφρ. Ανθή Ξενάκη, σελ.358), το οποίο ισορροπεί μεταξύ κριτικού δοκιμίου για τον θρησκευτικό φανατισμό και μυθοπλασίας για ένα όχι τόσο απίθανο μέλλον γεμάτο με Θεοκρατία και (τι άλλο;) καταπίεση.

“Η θρησκεία μπορεί να σε κάνει να αγαπήσεις τον Θεό, τίποτε όμως δεν έχει τέτοια ικανότητα ώστε να σε κάνει να απεχθάνεσαι τον άνθρωπο και να μισείς την ανθρωπότητα.”

Η δομή του βιβλίου ακολουθεί αυτή του Οργουελιανού “1984”. Το 2084 είναι ο χρόνος που άλλαξε ο κόσμος, εξαφανίστηκε ο παλιός και ξεκίνησε ο καινούργιος. Ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου είναι ακαθόριστος, αρκετά χρόνια πάντως μετά το σημείο μηδέν (το 2084 δηλαδή, που κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνει). Στην αχανή αυτοκρατορία του Αμπιστάν, ηγεμόνας είναι ο προφήτης Άμπι, από τον οποίο πήρε το όνομά του το κράτος, ο οποίος θεωρείται ο απεσταλμένος του Γιαλάχ επί της γης. Στο ιερό βιβλίο, το Γκαμπούλ, περιγράφονται όλα, πως ο Άμπι είναι ο Εκλεκτός και οι πιστοί πρέπει να ακολουθούν ότι είναι γραμμένο μέσα σ'αυτό.


Στα σύνορα οι μάχες συνεχίζονται εναντίον ενός αόρατου εχθρού που κανείς δεν βλέπει ποτέ, και κανείς δεν ξέρει. Ο αντίπαλος για όλους και σημείο αναφοράς ως το απόλυτο κακό, είναι ο Μπαλίς ο Αποστάτης, αλλά τι ακριβώς πρεσβεύει ο Μπαλίς αποτελεί μυστήριο. Το κράτος ως αυστηρά θεοκρατικό, υποχρεώνει τους υπηκόους του στην απόλυτη και άνευ ερωτηματικών πίστη, ενώ δίδονται διάφορα μπόνους, σε όποιον καρφώσει πιο αποτελεσματικά τον διπλανό του, τον γείτονά του, την οικογένειά του την ίδια. Ο άτυχος που θα συλληφθεί, θα εκτελεστεί δια λιθοβολισμού ή αποκεφαλισμού, στην πλατεία ή στο γήπεδο ενώπιον του εκστασιασμένου κοινού.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Ατί, που νοσηλευόταν αρκετά χρόνια ως φυματικός, σε ένα σανατόριο χωμένο μέσα στα βουνά, όπου οι άνθρωποι αφήνονταν να πεθάνουν. Ο Ατί ως εκ θαύματος, θεραπεύεται και επιστρέφει μετά από ένα μακρύ ταξίδι στην πρωτεύουσα Κοντζαμπάντ, όπου επανέρχεται στην δουλειά του, η δε ίασή του θεωρείται ως σημάδι εύνοιας του Γιαλάχ.
Ο Ατί όμως έχοντας δει διάφορα περιστατικά μέσα στο σανατόριο και στην μεγάλη του πορεία προς την πρωτεύουσα στην επιστροφή, διαθέτοντας δε,  χρόνο κατά την θεραπεία του να σκεφτεί, αναρωτιέται για πολλά, προβληματίζεται για το ποιοι είναι οι θεωρούμενοι ως εχθροί του καθεστώτος, μαθαίνει και για κάποιους αποκαλούμενους ως αποστάτες που ζουν σε ένα γκέτο και κάνει προσπάθειες να ενημερωθεί όσο γίνεται περισσότερο.

“Δεν το 'χε σκεφτεί ποτέ του, αν όμως τον ρωτούσαν, θα απαντούσε ότι όλοι οι Αμπιστανοί έμοιαζαν μεταξύ τους, ότι ήταν σαν κι αυτόν, σαν τους ανθρώπους της γειτονιάς του στο Κοντζαμπάντ, τα μόνα ανθρώπινα όντα που είχε δει ποτέ του. Κι όμως, να που αποτελούσαν ένα τεράστιο πλήθος, τόσο ανομοιογενές, ώστε τελικά ο καθένας ήταν από μόνος του ένας κόσμος, μοναδικός, ανεξιχνίαστος, πράγμα που κατά κάποιον τρόπο ακύρωνε την έννοια του λαού, ενιαίου και γενναίου, φτιαγμένου από πανομοιότυπα αδέλφια. Ο λαός ήταν λοιπόν κάτι θεωρητικό, ακόμη μια θεωρία, αντίθετη στην αρχή της μοναδικότητας του ανθρώπου, που αποκρυσταλλώνεται στη σημασία που έχει το άτομο, το κάθε άτομο. Ήταν σαγηνευτικό και ενοχλητικό. Τι ήταν λοιπόν ο λαός;”

Η περιέργειά του αυτή θα τον οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Τα πάντα στο Αμπιστάν καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικοπάθειας και φόβου, οι άνθρωποι δεν μιλάνε, δεν εκφράζονται. Ο Ατί, θα βρει ένα συνάδελφό του, ο οποίος έχει τις ίδιες απορίες, και μαζί θα σχεδιάσουν ένα ταξίδι για να βρουν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματά τους, στην ιερή πόλη, την Αμπικύβ, την πόλη του Θεού, όπου βρίσκονται τα παλάτια και οι επαύλεις των αξιωματούχων σε μια πόλη λαβύρινθο, ένα μέρος χαοτικό όπου ο κίνδυνος παραμονεύει σε κάθε γωνία. Αυτό το ταξίδια αναζήτησης και αυτογνωσίας, αυτή η μακρά πορεία του Ατί είναι η καρδιά και η ουσία, της ιστορίας του μυθιστορήματος.


Το βιβλίο γραμμένο με δυναμισμό και πολύ χιούμορ, περιγράφει έναν εφιαλτικό κόσμο όπου υπάρχει ένα καθεστώς που θα μπορούσε να είναι το κράτος του ISIS, μια Ισλαμική δικτατορία, με μια δομή που θυμίζει την ΕΣΣΔ ή την Κίνα του Μάο (η απαγορευμένη, ιερή πόλη παραπέμπει ευθέως στο Πεκίνο), ενώ στο μάλλον πιο ευρηματικό του σημείο ο Σανσάλ τοποθετεί εντός πλαισίου και ένα κατεστραμμένο μουσείο σαν το Λούβρο, κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη ότι ενδέχεται η πόλη να ήταν κάποτε το Παρίσι! Η νομενκλατούρα του καθεστώτος, η παρανοϊκή γραφειοκρατία, ο φόβος στα μάτια των πολιτών, η ανυπαρξία των γυναικών που θεωρούνται “κατώτερο είδος” θα μπορούσε να είναι η περιγραφή μιας Αφγανικής αυτοκρατορίας ή ενός Ισλαμικού κράτους που έχει κυριαρχήσει πάνω στη γη.

Το μυθιστόρημα του Σανσάλ, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο – ακολουθεί άλλωστε στη δομή και στη φιλοσοφία, το ανυπέρβλητο 1984 του Όργουελ, έχοντας πολλαπλές έμμεσες αναφορές σ' αυτό – πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα την προβληματική που αναπτύσσει ο Ουελμπέκ στην εξαιρετική “Υποταγή του, μόνο που εκεί που ο πανέξυπνος Γάλλος επιτυγχάνει, στην μυθοπλαστική εξέλιξη της ιστορίας, ο Σανσάλ δείχνει αμήχανος και “στεγνός”. Η περιγραφή του κράτους και τα ερωτήματα του Ατί περιγράφονται θαυμάσια, αλλά απουσιάζει η ιστορία, ο μύθος.


Το βιβλίο (το οποίο τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας για το 2015 και επιλέχθηκε ως το καλύτερο της χρονιάς από το περιοδικό Lire), έχει εξαιρετική σάτιρα και χιούμορ, ενώ μερικές σκηνές του, είναι ιδιαίτερα ευρηματικές, αλλά, πάσχει από τα συνήθη προβλήματα που χαρακτηρίζουν τις δυστοπίες ή τα μυθιστορήματα επιστημονικής (ή και πολιτικής) φαντασίας. Δίδεται υπερβολική έμφαση στα τεχνικά χαρακτηριστικά, στην περιγραφή του καθεστώτος, την πολιτική και κυβερνητική δομή, του κόσμου γενικότερα, με πολλές λεπτομέρειες, και έτσι, μένουν σε δεύτερο πλάνο, οι διάλογοι, η εξέλιξη της ιστορίας, η ανάπτυξη των χαρακτήρων που είναι υποτυπώδης. Διαβάζεται όμως με μεγάλο ενδιαφέρον λόγω της εξαιρετικής ικανότητας του συγγραφέα στην περιγραφή ενός εφιαλτικού κόσμου, ενός μέλλοντος απόλυτα θεοκρατικού και αυταρχικού που (ποιος ξέρει;) δεν φαντάζει και τόσο απίθανο.


 
Τρίτη, Απριλίου 18, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 18, 2017 | Permalink
Γκαγκάριν, ο κόσμος από χαμηλά
Τι κοινό έχουν ο Γιούρι Γκαγκάριν με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη; Ο Μάνος Χατζηδάκις με την Τζούλια Αλεξανδράτου; Ο Γιάννης Φλωρινιώτης με τον Ανδρέα Εμπειρίκο; Ο Χάρρυ Κλυν με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο; Ο Κώστας Γκουζγκούνης και η Τίνα Σπάθη με τον Τέρυ Χρυσό; Αυτοί και άλλοι πολλοί είναι οι ήρωες/πρωταγωνιστές, πρωτεύοντες ή δευτερεύοντες, του ωραιότατου νέου βιβλίου του Πέτρου Τατσόπουλου (Ρέθυμνο Κρήτης, 1959), με τίτλο “ΓΚΑΓΚΑΡΙΝ, ο κόσμος από χαμηλά” (εκδόσεις Οξύ, σελ. 379).


Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, είτε ως πολιτικός, είτε ως συγγραφέας. Μπορείς να πεις πολλά για τις πολιτικές παρεμβάσεις του, για τις δηλώσεις του, αλλά δε μπορεί κανείς να αμφιβάλλει για την αφηγηματική του άνεση (χάρισμα) που ήταν εμφανές (κυρίως) στις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες. Στη νέα του λογοτεχνική εμφάνιση μετά από καιρό (μεσολάβησε ένα είδος memoir με τις εμπειρίες του από το κοινοβούλιο), ο Τατσόπουλος δοκιμάζει σε ένα είδος αυτό του “non-fiction novel” δηλαδή ενός είδους λογοτεχνίας χωρίς μυθοπλασία που κινείται στα όρια είτε του δοκιμίου, είτε του δημοσιογραφικού χρονικού, είτε της ιστορίας ανάλογα με την πρόθεση ή την ικανότητα του συγγραφέα, π.χ. non-fiction novel έγραφε κι ο Ζέμπαλντ, γράφει κι η Αλεξίεβιτς.

Στο “Γκαγκάριν” ο Τατσόπουλος μπορεί να μην αφηγείται την “ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας όπως δεν θα την διδαχτούμε ποτέ στα σχολεία” όπως αναγράφεται με πομπώδες ύφος στο οπισθόφυλλο (!), αλλά με ζωντάνια και γλαφυρότητα περιγράφει μια εποχή και ορισμένους ανθρώπους που την καθόρισαν.

Λαέ της τσόντας!” βροντοφώναξε ο Κώστας Γκουζγκούνης. “Λαέ του σουτιέν και της κιλότας!”


Ο αστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν, ο Μάνος Χατζηδάκις και η ομιλία του για το ρεμπέτικο που τράνταξε την αστική Αθήνα, το Τρίτο Πρόγραμμα υπό τον Μάνο Χατζηδάκι και η πρόκληση με τον Γιάννη Φλωρινιώτη που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και αντεγκλήσεων, ο Χάρρυ Κλυν και η μακρά καλλιτεχνική του πορεία γεμάτη αντιφάσεις, τα shows του Γιώργου Οικονομίδη και η σχέση του με τον Χάρρυ Κλυν, ο Νίκος Τριανταφυλλίδης, τα συνοικιακά σινεμά Φοίβος και Αντινέα, τόποι μαζικής και λαϊκής απόλαυσης που για ένα διάστημα αποτέλεσαν τόπους συγκέντρωσης και εκτελέσεων κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου με εκατοντάδες ανθρώπους να έχουν περάσει από εκεί προτού μεταφερθούν κάπου αλλού ή χάσουν τη ζωή τους - ανάμεσά τους, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο έφηβος τότε, Μένης Κουμανταρέας - η Αντινέα που μετατρέπεται στο θρυλικό Γκαγκάριν 205, υπό την διεύθυνση του Νίκου Τριανταφυλλίδη, η διαδρομή του χώρου αυτού, τα Cult φεστιβάλ που διοργανώνονται κάθε χρόνο και οι πρωταγωνιστές του ελληνικού trash σινεμά, του ελληνικού ερωτικού / πορνογραφικού κινηματογράφου, ο Γκουζγκούνης, η "θρυλική" (της εφηβείας μας ηρωίδα) Τίνα Σπάθη, ή Άννα Φόνσου, αλλά και διάφοροι εκπρόσωποι της μουσικής trash σκηνής.
Αυτά είναι τα θέματα των 9 κεφαλαίων του βιβλίου του Τατσόπουλου, ο οποίος πραγματοποιεί μια πανοραμική επισκόπηση ορισμένων χαρακτηριστικών στιγμών της ελληνικής κοινωνίας των 6 τελευταίων δεκαετιών, άλλων σημαντικών, άλλων μάλλον ασήμαντων αλλά πάντως ενδεικτικών της νεοελληνικής ταυτότητας.

Υπάρχουν δύο μεγάλες διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό οπτικοακουστικό cult και trash και το εισαγόμενο, από το οποίο προήλθαν και οι παραπάνω λέξεις στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Η πρώτη είναι πως, ενώ πρόκειται για δύο διαφορετικής επισήμανσης χαρακτηρισμούς με εκλεκτικές συγγένειες, το αντικείμενο λατρείας (cult) και το ατόφιο, επομένως και τεθλασμένα λατρεμένο σκουπίδι (trash), στην Ελλάδα ταυτίζονται σχεδόν απόλυτα. Η δεύτερη είναι πως το cult-trash, στα ελληνικά δεδομένα, δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον  κανόνα. Από τη βαφτισμένη με το ζόρι χρυσή εποχή του ελληνικού σινεμά και τις φωσκολικές κουλαμάρες της Αλίκης μέχρι τις μαλακές τσόντες του Ευστρατιάδη τη δεκαετία του 70, τις σκληρές του Μπερτό στη δεκαετία του '80, τις παγέτες της Τέτας Ντούζου στα βιντεοκλάμπ και τα σημερινά τηλεοπτικά σήριαλ, η φτήνια, ο αθέλητος σουρεαλισμός, η αθώα άγνοια και η καταστρατήγηση κάθε κανόνα λογικής και αισθητικής ήταν το στίγμα μιας συνοικιακής ψυχαγωγικής βιοτεχνίας που καμώνεται πως είναι η ψυχοκόρη του μεγαλοβιομηχάνου. Με ποιο λογικό κριτήριο μπορεί κάποιος να προσδιορίσει μια κινηματογραφία στην οποία ένας από τους πλέον οικογενειακούς σκηνοθέτες, ο Απόστολος Τεγόπουλος της “Κλακ Φιλμς – ταινίες για όλη την οικογένεια” με τον Νίκο Ξανθόπουλο, διέπρεψε στη δεκαετία του '80 ως Τόλης Τρίκης της κακόφημης “Σειλινός Φιλμ”, με πάτσγουορκ σκληρές τσόντες όπως “Ελλάδα, η χώρα της τσόντας” και οι “Άγγελοι της διαστροφής”; Μόνο με αυτό του ευγενικού χαβαλέ και του νοσταλγικού κανιβαλισμού, απέναντι στο καθαγιασμένο ρετρό μιας εποχής που χωρίς να απέχει και τόσο όσο νομίζουμε από τη σύγχρονη στα εθνικά αισθητικά κριτήρια, φαίνεται στα σημερινά σκληραγωγημένα μάτια πολύ πιο αθώα όσον αφορά στην παραγωγή και την κατανάλωση των σκουπιδιών της.” Τάσος Θεοδωρόπουλος (κριτικός κινηματογράφου), στο περιοδικό Big Fish του Πρώτου Θέματος, Φεβρουάριος 2010


Συνεκτικός άξονας όλων αυτών, ο πρόωρα χαμένος σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης, ένας αντιφατικός και συγκρουσιακός χαρακτήρας, γιος του Χάρρυ Κλυν σε συνεχή διαμάχη (πολιτική αλλά και λόγω ισχυρών χαρακτήρων των δυο τους) με τον διάσημο πατέρα του, ποιητής και μεγάλος πότης, δημιουργός άνισων ως επί το πλείστον ταινιών,αλλά και μιας θαυμάσιας τηλεοπτικής έρευνας ("Τα στέκια"), μέγας λάτρης του cult αλλά και του trash, της υπερβολής και της λαϊκής αυθεντικότητας. Ο Τριανταφυλλίδης που θα κατανοήσει την μανία του νεοέλληνα για χαβαλέ και μπούγιο, για μελόδραμα και κιτς, της ισορροπίας μεταξύ ποίησης και μπαλαφάρας, τραγωδίας και θριάμβου.

Το βιβλίο είναι ωραίο και πολύ ενδιαφέρον, έχει δε νοσταλγική ματιά, κυρίως για όσους από εμάς θυμούνται τον Γιώργο Οικονομίδη και τους διαγωνισμούς νέων ταλέντων, την “άνοιξη” του Τρίτου με τον Χατζηδάκι, το περιστατικό με τον Φλωρινιώτη, τις τσόντες στα σινεμά, την λατρεία για τον Γκουζγκούνη. Η ευφυής δομή που επιλέγει ο συγγραφέας ξεκινώντας από την ιστορία του Γιούρι Γκαγκάριν και την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1962 για να ολοκληρώσει κάνοντας ένα κύκλο στον χώρο εκδηλώσεων Γκαγκάριν 205, μπορεί να ξενίζει και να φαίνεται ότι οδηγεί σε αδιέξοδο αλλά η ιστορία της ασθένειας και του θανάτου του Νίκου Τριανταφυλλίδη προσδίδει ένα  ελεγειακό τόνο στην ιστορία που στο τέλος γίνεται συγκινητική.

Ο Τατσόπουλος φλυαρεί χωρίς να ενοχλεί, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αφηγήσεις από τηλεοπτικές εκπομπές ή από το youtube, από εφημερίδες και περιοδικά, από συνεντεύξεις της εποχής. Ο προφορικός λόγος της αφήγησής του ρέει, καθώς το βιβλίο έχει καλοκουρδισμένο ρυθμό και ζωντάνια, που παρά τους πλατιασμούς και τις κάποιες επαναλήψεις, λειτουργεί πολύ καλά χαρίζοντας ώρες αναγνωστικής απόλαυσης και νοσταλγίας, αναπόλησης εποχών, όχι απαραίτητα ωραίων, σίγουρα συζητήσιμων όμως, που έχουν περάσει πια.




 
Παρασκευή, Απριλίου 07, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Απριλίου 07, 2017 | Permalink
Η αγάπη μιας καλής γυναίκας
Για την αγαπημένη μου Alice Munro (Οντάριο, Καναδάς 1931), που διαβάζω κάθε βιβλίο της, το οποίο, εκδίδεται στα ελληνικά, ίσως το μόνο που έχω να δηλώσω είναι, ότι τα διηγήματά της αποτελούν εγγύηση ποιότητας. Προσπαθώ εδώ και χρόνια να βρω ψεγάδι, να "ανακαλύψω" κάτι μέτριο στις αρκετές συλλογές διηγημάτων της και δεν βρίσκω, προσπαθώ να βρω αφορμή να γκρινιάξω ή να την “πιάσω από κάπου” και δεν μπορώ, έτσι λοιπόν δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα, η απόλαυση που μου προσέφεραν οι εξαιρετικές ιστορίες που περιέχονται στην συλλογή “Η ΑΓΑΠΗ ΜΙΑΣ ΚΑΛΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ”, (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Τρισεύγ. Παπαϊωάννου, σελ. 537).

Τα 11 διηγήματα που περιέχονται σ' αυτόν τον τόμο, είναι από διαφορετικές χρονικές περιόδους του έργου της, από το 1971 έως το 2006. Περιέχει διηγήματα από κάποια βιβλία της, που δεν είχαν κυκλοφορήσει στα ελληνικά. Είναι πολυσέλιδες ιστορίες ως επί το πλείστον, με αυτή που έδωσε τον τίτλο στην συλλογή “Η αγάπη μιας καλής γυναίκας” να εκτείνεται σε περίπου 100 σελίδες (διαστάσεις νουβέλας ουσιαστικά) και τη συντομότερη “Πως γνώρισα τον άντρα μου” να είναι “μόνο” 26 σελίδες.

Το καλό (ή το κακό) με την γηραιά Καναδή συγγραφέα είναι ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ύφους και θεματολογίας από συλλογή σε συλλογή. Οπότε η ανομοιογένεια των χρονικών περιόδων και των διαφορετικών συλλογών από τις οποίες προήλθαν τα διηγήματα του παρόντος τόμου, καλύπτεται από την κοινή τους θεματική, την κοινή τους ατμόσφαιρα.

“Αυτό που είχε κάνει ήταν αυτό για το οποίο είχε ακούσει και είχε διαβάσει. Ήταν ό,τι είχε κάνει η Άννα Καρένινα, ό,τι ήθελε να κάνει η μαντάμ Μποβαρί. Ήταν ό,τι είχε κάνει ένας καθηγητής στο σχολείο του Μπράιαν, με τη γραμματέα του σχολείου. Το είχε σκάσει μαζί της. Έτσι έλεγε ο κόσμος. Το είχαν σκάσει μαζί. Την είχαν κοπανήσει. Το έλεγαν υποτιμητικά, με χιούμορ, με ζήλια. Ήταν ένα βήμα παραπάνω από τη μοιχεία. Αυτοί που το έκαναν είχαν μάλλον ήδη δεσμό, διέπρατταν μοιχεία για κάποιο διάστημα, πριν φτάσουν στην απόγνωση ή πριν βρουν το θάρρος να κάνουν αυτό το βήμα. Μια φορά στο τόσο μπορεί να τύχαινε να ισχυριστεί ένα ζευγάρι πως ο έρωτάς τους ήταν ανολοκλήρωτος και στην κυριολεξία αγνός, οι άλλοι όμως – αν υπήρχε κανείς που τους πίστευε – θεωρούσαν ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν όχι μόνο πολύ σοβαροί και υψηλόφρονες, αλλά σχεδόν ολέθρια παράτολμοι, σχεδόν στην ίδια κατηγορία μ' εκείνους που ριψοκινδύνευαν και παρατούσαν τα πάντα για να πάνε να εργαστούν σε κάποια φτωχή και επικίνδυνη χώρα.
Οι άλλοι, οι μοιχοί, θεωρούνταν ανεύθυνοι, ανώριμοι, εγωιστές ή και άσπλαχνοι. Και τυχεροί επίσης. Τυχεροί επειδή ο έρωτας που έκαναν σε παρκαρισμένα αυτοκίνητα ή στο ψηλό χορτάρι ή ο ένας στου άλλου τη μαγαρισμένη συζυγική κλίνη ή το πιθανότερο σε μοτέλ σαν τούτο δω πρέπει να ήταν υπέροχος. Αν δεν ήταν, δεν θα διακατέχονταν ποτέ από τέτοια επιθυμία ο ένας για τη συντροφιά του άλλου πάση θυσία, ή από τέτοια πίστη ότι το κοινό τους μέλλον θα ήταν από κάθε άποψη καλύτερο και διαφορετικού είδους από ό,τι είχαν ζήσει στο παρελθόν.” (“Τα παιδιά μένουν”)

Όπως γράφω παραπάνω, οι ιστορίες του τόμου είναι εξαιρετικές. Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις που κυριεύουν μια νεαρή κοπέλα γύρω από ένα σούπερ ερωτύλο (όπως τον φαντάζεται) οικογενειακό φίλο, και η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, όταν εκείνος προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά στο “Ζωές κοριτσιών και γυναικών” (που αποτελεί το πρώτο μέρος μιας εκτενέστερης νουβέλας), διαδέχεται η γκόθικ (και γεμάτη μυστικά του παρελθόντος) ιστορία δύο αδερφών στο “Κάτι που σκόπευα να σου πω” όταν ο παλιός έρωτας της μίας ξαναγυρίζει στην πόλη μετά από πολλά χρόνια μόνο που τα χρόνια έχουν περάσει πλέον, ενώ στο “Πως γνώρισα τον άντρα μου”, η άφιξη ενός περιπλανώμενου αεροπόρου σε μια αγροτική περιοχή αλλάζει τη ζωή μιας νεαρής και μάλλον αθώας κοπέλας.

Το ομώνυμο διήγημα της συλλογής, το πολυσέλιδο “Η αγάπη μιας καλής γυναίκας” είναι ένα αριστούργημα. Από τον περίεργο πνιγμό ενός οπτομέτρη της μικρής πόλης, στην ασθένεια μιας γκρινιάρας γυναίκας που θα την οδηγήσει στο θάνατο, μυστικά καλά κρυμμένα τόσα χρόνια αποκαλύπτονται, και πάθη θα γίνουν γνωστά σε μια κλειστοφοβική και αινιγματική νουβέλα σε τρία μέρη, που θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα. Η “Τζακάρτα”, είναι ακόμα ένα διήγημα με τον χρόνο να αποτελεί το κεντρικό του χαρακτηριστικό, καθώς παρακολουθούμε ζωές ανθρώπων σε διαφορετικές χρονικά φάσεις της ζωής τους με το παρελθόν να τους έχει σημαδέψει. Στο έξοχο “Τα παιδιά μένουν”, μια καταπιεσμένη συναισθηματικά και ψυχολογικά γυναίκα της επαρχίας, τολμά να εγκαταλείψει τον σύζυγο και τα παιδιά της, ακολουθώντας τον εραστή της χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες της πράξης της. Μια γυναίκα εξιστορεί τις περιπέτειες που βίωσε η μητέρα της με την οικογένεια του πρόωρα χαμένου άντρα της, όταν την γέννησε στο “Το όνειρο της μητέρας μου”, ενώ η συγγραφέας ξεφεύγει από το συνηθισμένο της ύφος περιγράφοντας μια ιστορία με Σκωτσέζους αποίκους στον Καναδά των αρχών του 19ου αιώνα στο υπέροχο “Η θέα από το Κασλ Ροκ”.

Το θαυμάσιο και λυρικότατο, “Δουλεύοντας για να ζήσεις” είναι μια τυπική (αυτοβιογραφική) ιστορία της Munro με την σκληρή αγροτική ζωή, τις απογοητεύσεις και τις μικροχαρές στις μεγάλες εκτάσεις, με την μυρωδιά του χώματος και της λάσπης, το κρύο, την οικονομική ανέχεια και τις μικρές χαρούμενες στιγμές της καθημερινότητας. Ατμόσφαιρα που αλλάζει στο διήγημα “Παραδουλεύτρα” όταν μια νεαρή φοιτήτρια πηγαίνει να εργαστεί το καλοκαίρι στο σπίτι μιας αριστοκρατικής οικογένειας ενώ το “Στο σπίτι” είναι ακόμα μια αυτοβιογραφική ιστορία, ουσιαστικά συνέχεια του “Δουλεύοντας για να ζήσεις” με τον πατέρα της ηρωίδας να έχει ξαναπαντρευτεί και την νέα σύζυγό του να έχει πραγματοποιήσει αλλαγές στην πατρική οικία ξενίζοντας την απομακρυσμένη πλέον κόρη.

Οι γυναίκες είναι πάντα στο επίκεντρο των ιστοριών της Munro και σε αυτήν την συλλογή. Γυναίκες της Καναδικής επαρχίας μεγαλωμένες σε αγροτικές περιοχές, σε περιόδους δύσκολες είτε προπολεμικά, είτε στα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο. Άνθρωποι συνηθισμένοι, “της διπλανής πόρτας” όπως συνηθίζουμε να λέμε, που κρύβουν κάποια μυστικά τα οποία αποκαλύπτονται στο τέλος της ζωής τους ή μπορεί και ποτέ, ζωές σπαταλημένες σε γάμους αδιέξοδους, ασφυκτικές οικονομικά καταστάσεις που φέρνουν γκρίνια και μιζέρια, νέα κορίτσια σε αναζήτηση ταυτότητας, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες, έρωτες που καταπιέζονται ή που κρύβονται, σκληρές αγροτικές εργασίες και η φύση πάντα και διαρκώς παρούσα.


Οι ιστορίες της Munro δείγμα εξαίρετης λογοτεχνίας, απεικονίζουν την καθημερινότητα σε όλες τις φάσεις, και είναι γεγονός ότι το ύφος και το ανυπέρβλητο στυλ, της κάνουν την αφήγησή της μαγευτική και συναρπαστική ακόμα κι όταν, περιγράφει τα απέραντα τοπία των αγρών της Καναδικής φύσης ή τις απέραντες εκτάσεις, τις οικογενειακές στιγμές. Η ματιά της σπουδαίας συγγραφέως εισχωρεί μέσα στην γυναικεία (κυρίως) ψυχοσύνθεση με υπαινικτικότητα και απλότητα - σχεδόν δεν το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, γι' αυτό και τις περισσότερες φορές ξαφνιάζεται με μια ξαφνική ένταση η οποία υποβόσκει και ξεσπάει απότομα.

Το blog αυτό έχει ασχοληθεί πολλές φορές με την Καναδή συγγραφέα, τα κείμενα για τα βιβλία της μπορείτε να τα βρείτε στα links που παραθέτω και για όποιον δεν έχει ασχοληθεί μαζί της, είναι μια καλή ευκαιρία να ενημερωθεί για το έργο της.






 
Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2017 | Permalink
Ο Γιος
“Ο ΓΙΟΣ” (“The Son”) - (Εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ι.Διονυσοπούλου, σελ.686), αυτό το συγκλονιστικό έπος του Αμερικανού Philipp Meyer (Νέα Υόρκη,1974), είναι ένα ογκώδες και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, το οποίο δεν μπορείς να το αφήσεις από τα χέρια σου. Εκτός από το προφανές, μια οικογενειακή σάγκα· είναι και μια προσπάθεια περιγραφής της πλούσιας και μπερδεμένης ιστορίας του Τέξας και σε ένα δεύτερο επίπεδο για το πως χτίζεται μια χώρα, πως ακμάζει και τα παιχνίδια εξουσίας που παίζονται.

Η δομή του μυθιστορήματος διασχίζει 6 γενιές της οικογένειας αλλά οικοδομείται, γύρω από τρεις ανθρώπους, τρία μέλη της οικογένειας ΜακΚάλα. Τον εμβληματικό (και ουσιαστικά κεντρικό χαρακτήρα του βιβλίου) Ίλαϊ ΜακΚάλα που γεννήθηκε το 1836 και πέθανε 100 χρόνια αργότερα, τον γιο του Πίτερ (την ντροπή της οικογένειας), που γεννήθηκε το 1870 και την εγγονή του Πίτερ (και δισέγγονη του Ίλαϊ) Τζίνι ΜακΚάλα που γεννήθηκε το 1926.

Ο Συνταγματάρχης Ίλαϊ γόνος μιας οικογένειας πιονέρων αποίκων του Τέξας, βλέπει την μάνα του και την αδερφή του να σφαγιάζονται από τους Κομάντσι, οι οποίοι απαγάγουν εκείνον και τον μεγαλύτερο αδερφό του Μάρτιν, ο οποίος ήταν άνθρωπος των βιβλίων, και δεν αντέχει πεθαίνοντας γρήγορα σε αντίθεση με τον  δεκατριάχρονο Ίλαϊ που δείχνει να του ταιριάζει απόλυτα η νομαδική ζωή των Ινδιάνων. Ο Ίλαϊ θα μείνει τρία χρόνια με τους Κομάντσι και θα ενσωματωθεί πλήρως στον τρόπο ζωής τους, μαθαίνοντας με απόλυτη επιτυχία πως να κυνηγάει, να πολεμάει, να χειρίζεται το τόξο, να παίρνει σκαλπ φτιάχνοντας την δική του συλλογή. Όταν όμως η φυλή χτυπημένη από τις αρρώστιες και τις συνεχείς μετακινήσεις, θα παρακμάσει, εκείνος θα διαφύγει στον “πολιτισμό”, όπου θα αντιμετωπίσει στην αρχή μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής, αλλά θα το ξεπεράσει,όταν κατατάσσεται (ουσιαστικά δια της βίας) στους Ρέιντζερς (την Τεξανή πολιτοφυλακή). Από εκεί και πέρα, η πορεία του Ίλαϊ θα είναι ανοδική, εκμεταλλευόμενος τον Εμφύλιο με διάφορους τρόπους και αγοράζοντας έρημες εκτάσεις θα βρεθεί μετά από αρκετά χρόνια πετρελαιοπαραγωγός και μεγαλοτσιφλικάς μη διστάζοντας να χρησιμοποιήσει ακόμα και τις βιαιότερες μεθόδους για να το επιτύχει.

Ο Πίτερ, ο δευτερότοκος γιος του Ίλαϊ, είναι το μαύρο πρόβατο της οικογένειας.  Φτιαγμένος από το ίδιο καλούπι με τον πρόωρα χαμένο θείο του Μάρτιν, είναι ένας άνθρωπος που ζει σε λάθος μέρος την λάθος εποχή, χαμένος στις σκέψεις και τα βιβλία του. Η απάνθρωπη επίθεση και σφαγή των παλαιότερων γειτόνων των ΜακΚάλα, των Μεξικανοαμερικανών Γκαρσία (μιας παλιάς και κάποτε ακμάζουσας οικογένειας με το παλαιότερο σπίτι στην περιοχή), από τους ανθρώπους του Ίλαϊ και τους υπόλοιπους κατοίκους του χωριού, με αφορμή, μια αμφισβητούμενη κλοπή των αλόγων των ΜακΚάλα, θα τον συγκλονίσει. Θα γίνει μάρτυρας αδιανόητων αγριοτήτων από μέλη της ίδιας του της οικογένειας αλλά και από ανθρώπους που κάποτε εκτιμούσε, ενώ θα υποχρεωθεί να συμμετάσχει στην πολιορκία του σπιτιού των Γκαρσία, κάτι που θα τον γεμίσει με ενοχές αλλά και κατάθλιψη, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Μετά από χρόνια ένα πρόσωπο από το παρελθόν θα ανατρέψει τη ζωή του και θα διαρρήξει οριστικά τις σχέσεις του με τον πατριαρχικό Ίλαϊ, κάτι που θα συντελέσει στην απομόνωσή του από όλους.

“Κάτω από έναν καναπέ πρόσεξα κάτι: ένα μικρό κορίτσι με μπλε φόρεμα. Ακριβώς δίπλα ένα αγόρι , έξι με εφτά, νεκρό κι αυτό. Και τότε πια ένα φράγμα χώρισε τα μάτια μου απ' το μυαλό μου· τους κοιτούσα με επιστημονικό ενδιαφέρον· ιδού το αίμα, ιδού οι τρύπες. Ιδού οι επιπρόσθετες λεπτομέρειες: λιμνούλες ζωηρού βαθυκόκκινου χρώματος, αποτυπώματα από χέρια και μπότες, μακρουλοί λεκέδες στα σημεία όπου οι πληγωμένοι σύρθηκαν, ματωμένες πιτσιλιές στους τοίχους που μαρτυρούσαν ύστατες στιγμές, ιστορίες που δεν θα ακούγονταν ποτέ. Ένας νεαρός άντρας μπρούμυτα, η λευκή του ραχοκοκαλιά εκτεθειμένη, ένας άλλος σωριασμένος σαν μεθυσμένος με τα μυαλά του χυμένα στο πουκάμισό του. Είδα κι άλλους να κοιτούν με το ίδιο ψυχρό ενδιαφέρον. Όταν το αίμα δεν ανήκει σε δικό σου άνθρωπο, είναι σαν κρασί, σαν νερό.”

Μέσα από την αφήγηση της Τζίνι ΜακΚάλα, της δισέγγονης του Ίλαϊ, θα παρακολουθήσουμε την πορεία της οικογένειας προς τον ξέφρενο πλουτισμό. Ο συγγραφέας πιάνει το νήμα από το 2012 καθώς η ζωή της γηραιάς Τζίνι φεύγει σιγά σιγά κι εκείνη σωριασμένη στο πάτωμα του μεγάρου της, είναι χαμένη μέσα στις αποσπασματικές της αναμνήσεις. Η οικονομική απογείωση της ήδη πάμπλουτης βέβαια, αλλά παρακμάζουσας περιουσίας του Ιλάϊ μέσα από τις έξυπνες κινήσεις της Τζίνι θα γίνει πραγματικότητα, εκείνη δε, θα κατορθώσει να καθιερωθεί ως αυτάρκης προσωπικότητα μέσα στο σεξιστικό ανδροκρατικό περιβάλλον του Τέξας.

Ο Μάγιερ χρησιμοποιεί πρωτοπρόσωπη αφήγηση στους δύο άντρες ήρωές του, στον δε Πίτερ η αφήγηση είναι όλη ημερολογιακή καλύπτοντας μια περίοδο δύο χρόνων (Αύγουστος 1915 – Σεπτέμβριος 1917). Το κομμάτι της Τζίνι (που σε ορισμένα κεφάλαια επιγράφεται ως “Τζέι Αν”) είναι μικτό, στο μεγαλύτερο τμήμα του χρησιμοποιείται τριτοπρόσωπη αφήγηση, σε μικρότερο τμήμα πρωτοπρόσωπη. Δεν υπάρχει μια γραμμική σειρά στο αφηγηματικό πλαίσιο, καθώς οι τρείς αφηγητές/ήρωες του βιβλίου, δρουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αυτό όμως ουδόλως μπερδεύει τον αναγνώστη διότι ο συγγραφέας δένει αρμονικά τις ιστορίες που έτσι κι αλλιώς αλληλοδιαπλέκονται.


Σ' αυτό το εξαιρετικό και ιδιαίτερα χορταστικό μυθιστόρημα βλέπουμε την μυθολογία των “συνόρων” και την βία που χρησιμοποιήθηκε για την χάραξή τους. Η δύναμη των περιγραφών αλλά και των εικόνων που κατασκευάζει η πένα του Μάγιερ, είναι τέτοια, που ο αναγνώστης νιώθει την σκόνη, την σφαίρα, το μαχαίρι, την αλληλοσφαγή, τη μυρωδιά του αίματος, την γεύση στο στόμα του πετρελαίου που χύνεται στα χωράφια. Χωρίς να υποκύπτει σε “πολιτικές ορθότητες”, η ιστορία του Τέξας, μια ιστορία απίστευτης βίας αλλά και σκληρών αγώνων, περνάει μέσα από την αφήγηση του Ίλαϊ και παρά τους κάποιους πλατιασμούς στην “ινδιάνικη” περίοδο της ζωής του, ο ρυθμός του βιβλίου είναι καταιγιστικός.

Είναι μια λογοτεχνική δημιουργία που σε παίρνει από το χέρι και δεν σε αφήνει· κυριολεκτικά σε δονεί. Ο Μάγιερ περιγράφει με απόλυτα λογοτεχνικό τρόπο και έξοχο ύφος, πως φτιάχνεται αλλά και πως μπορεί να καταρρεύσει μια αυτοκρατορία. Επικό και ταυτόχρονα ελεγειακό αυτό το έξοχο μυθιστόρημα, είναι επίσης, ένα βιβλίο για το πάθος για την εξουσία και το χρήμα, αλλά και για τη συγχώρεση, την λύτρωση και τις ενοχές, την ταυτότητα και το οικογενειακό αίμα, τον ρατσισμό και το έγκλημα, την κληρονομιά και την διαφορετικότητα.

“Ο Γιος” έχει όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα αποκαλούμενα “μεγάλα αμερικανικά μυθιστορήματα” (από αυτά που έγραφαν ο Ντος Πάσος, ο Faulkner, ο Hemingway, ο Steinbeck), είναι δε, ένα βιβλίο που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από τον Κόρμακ ΜακΚάρθυ (ο συγγραφέας είναι σίγουρα επηρεασμένος από αυτόν τον σπουδαίο λογοτέχνη), αν και ο κεντρικός χαρακτήρας φέρνει πολύ από τον Μπάνι, τον ήρωα του Πετρέλαιο του εμβληματικού βιβλίου του Upton Sinclair που τόσο ωραία ενσαρκώθηκε από τον Ντάνι Ντέϊ Λιούις στην κινηματογραφική του μεταφορά. Εξάλλου και “ο Γιος” ήδη μεταφέρθηκε στην τηλεόραση ως σειρά 10 επεισοδίων, η οποία θα αρχίσει να προβάλλεται στις 8/4 με τον γοητευτικό Pierce Brosnan στον ρόλο του Συνταγματάρχη Ίλαϊ.

“Όσο για τον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, διόλου δεν ξαφνιάστηκε. Τη χρονιά που πέθανε υπήρχαν ακόμα στη ζωή Τεξανοί που είχαν δει τους γονείς τους να χάνουν το σκαλπ τους από Ινδιάνους. Η γη διψούσε. Έκρυβε ακόμα κάτι πρωτόγονο μέσα της. Στο ράντσο είχαν βρει αιχμές παλαιοϊνδιανικής περιόδου, τύπου Κλόβις αλλά και Φόλσομ, και ενώ ο Ιησούς ανέβαινε τον Γολγοθά, οι Μόγκολον αλληλοσπαράζονταν με πέτρινα τσεκούρια. Όταν έφτασαν οι Ισπανοί, υπήρχαν οι Σούμα, οι Χουμάνο, οι Μάνσο, οι Λα Χούντα, οι Κόντσο, οι Τσίζος και οι Τομπόσο, οι Οκάνα και οι Κακαξτλ, οι Κοαουιλτέκαν, οι Κομεκρούντο...όμως κανείς δεν ξέρει αν όλοι αυτοί αφάνισαν τους Μόγκολον ή αν προέρχονταν από αυτούς. Όλοι αφανίστηκαν από τους Απάτσι. Που αφανίστηκαν με τη σειρά τους, στο Τέξας τουλάχιστον, από τους Κομάντσι. Που τελικά αφανίστηκαν από τους Αμερικάνους.
Ένας άνθρωπος, μια ζωή, τι αξία είχε; Σχεδόν καμία. Οι Βησιγότθοι κατέστρεψαν τους Ρωμαίους· και οι ίδιοι καταστράφηκαν από τους μουσουλμάνους. Που καταστράφηκαν από τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους. Δεν χρειαζόταν καν ο Χίτλερ για να φανεί η ασχήμια της όλης ιστορίας. Ωστόσο...ιδού αυτή. Ανάσαινε, σκεφτόταν. Το αίμα που κυλάει στις φλέβες της Ιστορίας γεμίζει ποτάμια και ωκεανούς, μα παρά τις τόσες σφαγές...ιδού εσύ.”




 
Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017 | Permalink
Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου
Ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά του ύφους και της θεματολογίας που χαρακτηρίζει το έργο του σπουδαίου Λατινοαμερικάνου συγγραφέα Horacio Quiroga (Σάλτο, Ουρουγουάη 1878 – Μπουένος Άιρες, Αργεντινή 1937), είναι τα υπέροχα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο τομίδιο με τίτλο “ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΑ, ΤΡΕΛΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ”, (Εκδ. Ροές, μετάφραση και επίμετρο Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 151). Ιστορίες που μιλάνε κυρίως για τον θάνατο· το σημαντικότερο και (ίσως το) πιο εντυπωσιακό στοιχείο στο σύνολο του έργου του.


Η προσωπική ζωή του Κιρόγα χαρακτηρίστηκε από την συνεχή παρουσία του θανάτου, του παράδοξου και των μοιραίων συμπτώσεων γύρω του. Πως λοιπόν να μην επηρεαστεί στο έργο του; Με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε ως είδωλο του και ολοφάνερη επιρροή στη δουλειά του, τα διηγήματά του περιέχουν στυγερούς φόνους, αναπάντεχους και ξαφνικούς θανάτους, παραισθήσεις, νοσηρούς έρωτες, ενώ ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η παρουσία της φύσης – ο Κιρόγα λάτρευε τη ζούγκλα και τα πλάσματα που ζούσαν σ' αυτήν.

Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή είναι όλα ένα κι ένα, ορισμένα δε είναι αριστουργηματικά.
Ο κοσμηματοπώλης που δεν αντέχει την συνεχιζόμενη γκρίνια και απληστία της συζύγου του, προετοιμάζοντας την εκδίκησή του (“Η περόνη”), Μια κότα που αποκεφαλίζεται για να μαγειρευτεί θα “εμπνεύσει” τα τέσσερα “ηλίθια παιδιά” μιας οικογένειας για ένα φρικιαστικό παιχνίδι με την χαϊδεμένη αδερφή τους στο εξαιρετικό (και φημισμένο) διήγημα “Η αποκεφαλισμένη κότα”, ενώ η ατμόσφαιρα του μυστηρίου και του μεταφυσικού κυριαρχεί στο διήγημα “Τα πλοία της αυτοχειρίας”.
Μια νεαρή σύζυγος αργοσβήνει από μια περίεργη ασθένεια που την κρατάει συνεχώς ζαλισμένη και αναιμική στο κρεβάτι παραληρώντας μέσα στις παραισθήσεις της. Ο θάνατός της θα αποκαλύψει ένα φρικιαστικό γεγονός στο διαμαντάκι “Το πουπουλένιο μαξιλάρι” και οι φήμες για λυσσασμένα σκυλιά μπορεί να μην ήταν απλώς φήμες στο ασφυκτικό και εμπνευσμένο “Ο λυσσασμένος σκύλος”.
Στο αγωνιώδες διήγημα “Ακολουθώντας το ρεύμα”, μια οχιά δαγκώνει έναν άντρα στο πόδι και αυτός μέσα σε φρικτούς πόνους θα προσπαθήσει να φύγει από την ζούγκλα και να κατέβει τον ποταμό Παρανά (εκεί στο τρίγωνο Παραγουάης-Βραζιλίας-Αργεντινής), πάνω σε ένα κανό για να πάει στο νοσοκομείο - θα προλάβει άραγε; Τα σκυλιά ενός κτήματος είναι τα μόνα που αντιλαμβάνονται τον θάνατο που περιτριγυρίζει και τελικά θα “πάρει” το αφεντικό τους στο διήγημα “Η ηλίαση” ενώ οι μαγκιές μέσα στο δάσος πληρώνονται στο ευφυέστατο “Το άγριο μέλι”.

8 ιστορίες περιλαμβάνονται στον μικρό και εύχρηστο τόμο των Ροών (είναι επιλογή από τον τόμο με τον ίδιο τίτλο που κυκλοφορεί στα ισπανικά), όλες θαυμάσιες που διαβάζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τα διηγήματα του Κιρόγα είναι τόσο ωραία κατασκευασμένα που δημιουργούν την αίσθηση της αναγνωστικής πληρότητας. Όπως αναφέρει η μεταφράστρια στο θαυμάσιο επίμετρο του βιβλίου, “οι ιστορίες του αποτελούν υποδείγματα ενός αυτόνομου είδους, το οποίο υπακούει στους δικούς του κανόνες και χαρακτηρίζεται από αυτάρκεια. Έτσι, καθένα από τα σύντομα αφηγήματά του είναι ένα κλειστό, εντελές σύμπαν, στο οποίο δεν θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει τίποτα – ακριβώς όπως συμβαίνει με ένα ποίημα”.

Ο Κιρόγα θεωρείται ο “πατέρας” του Λατινοαμερικάνικου διηγήματος, και επηρέασε τον Μπόρχες, τον Κορτάσαρ, τον Μπιόϊ Κασάρες. Οι ιστορίες του Πόε του έδειξαν τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει, όπως δε ο ίδιος δήλωνε για τη νεότητά του: “δεν υπήρχε πάνω στο γραφείο μου ούτε ένα βιβλίο που να μην είναι δικό του, ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν γεμάτο με Πόε”.

Όπως και στον μεγάλο Αμερικανό, η ζωή φάνηκε σκληρή με τον Κιρόγα και όλη αυτή η φρίκη που βίωσε από τα παιδικά του χρόνια και η οποία συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του, είχε την αντανάκλασή της στη δουλειά του.
Η ζωή του ήταν τραγική και ιδιαίτερα μυθιστορηματική με πολλές συναισθηματικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ακόμα και όταν αναγνωρίσθηκε από κριτικούς και κοινό (ήδη από το 1917 θεωρείτο ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της ηπείρου), τα γεγονότα που συνέβαιναν στην προσωπική του ζωή δεν τον άφησαν να χαρεί.


Ο πατέρας του αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος με την κυνηγετική του καραμπίνα και πέθανε όταν ο Κιρόγα ήταν βρέφος, ο πατριός του με τον οποίο ο έφηβος Κιρόγα ήταν πολύ δεμένος αυτοκτόνησε μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που τον είχε αφήσει μισοπαράλυτο, πατώντας με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού τη σκανδάλη της καραμπίνας του η οποία ήταν στραμένη στο πρόσωπό του. Στη νεότητά του, ο ίδιος ο Κιρόγα σκότωσε κατά λάθος τον καλύτερό του φίλο Φεδερίκο, εξετάζοντας το πιστόλι που προορίζονταν για μια μονομαχία, η δε πρώτη του σύζυγος αυτοκτόνησε στα 22 της. Στα 59 του, ο σπουδαίος συγγραφέας, εγκαταλελειμμένος από την δεύτερη σύζυγό του, διαγνώσθηκε με μη ιάσιμο καρκίνο του προστάτη και αυτοκτονεί με κυάνιο δίνοντας τέλος σε μια πολύπαθη αλλά δημιουργική ζωή.




 
Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017 | Permalink
Μετά τον πόλεμο
Μπορντό τέλη της δεκαετίας του 50, ο πόλεμος της Αλγερίας είναι στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αλλά στην πόλη που δεν έχει θεραπεύσει ακόμα τις πληγές της από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, λογαριασμοί έχουν μείνει ανεξόφλητοι· μια προσωπική εκδίκηση θα φέρει πολλά θύματα και κάποια πράγματα θα μπουν στη θέση τους έστω και με αρκετά χρόνια καθυστέρηση. Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνει μια συγκλονιστική ιστορία με πολλές προεκτάσεις, στο εκπληκτικό του polar μυθιστόρημα, με τίτλο “ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ” (“Apres la guerre”), ο Γάλλος συγγραφέας Herve Le Corre (Bordeaux, 1955), (Εκδ. Του 21ου, (ωραία) μετάφρ. Γ.Καυκιάς, σελ. 567).

Στον πόλεμο, όπως στον πόλεμο. Όλοι εναντίον όλων. Ο καθένας για πάρτη του.
Και να που έχει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ξανάρχισε.”

Ο Ζαν Ντελμπός ζει από τύχη αν και αισθάνεται νεκρός. Είναι από τους ελάχιστους που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντίθετα με την σύζυγό του Όλγα που δεν τα κατάφερε. Το πρωινό που ήρθαν οι αστυνομικοί να τους πάρουν από το σπίτι και να τους πάνε στη συναγωγή που μαζεύανε τους Εβραίους της πόλης δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό του. Θεωρούσε ότι είχε την προστασία του φίλου του (όπως πίστευε) Νταρλάκ και κοιμόταν ήσυχος παρά τις φήμες, και παρά τον ορατό πλέον κίνδυνο. Το μόνο που κατάφερε να κάνει επιτυχημένα (και χάρη στην προνοητικότητα της Όλγας) ήταν να πάρει τον εξάχρονο Ντανιέλ και να τον κρύψει πάνω από τη σοφίτα δίπλα σε ένα παράθυρο. Κάποιοι φίλοι είχαν ειδοποιηθεί και τον μάζεψαν το βράδυ.
Τώρα ο Ζαν Ντελμπός μετά από 14 χρόνια γυρίζει από τον κόσμο των νεκρών και απαιτεί εκδίκηση. Εκδίκηση από τον Νταρλάκ, που έχει γίνει πλέον μεγάλος και τρανός στο αστυνομικό σώμα.

Ο Νταρλάκ είναι η προσωποποίηση του διεφθαρμένου αστυνομικού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνεργάστηκε με τις δυνάμεις Κατοχής και την κυβέρνηση του Βισύ, ενώ λίγο πριν την κατάρρευση είδε που πηγαίνει το πράγμα, και, την έβγαλε καθαρή με αρκετά λεφτά στην κατοχή του από τις περιουσίες των εβραίων που φεύγανε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πλέον στην αστυνομία του Μπορντό, αισθάνεται παντοδύναμος να επιβάλλει τον δικό του νόμο στους δρόμους ενώ στο σπίτι του τον περιμένει η πανέμορφη σύζυγός του, που την μάζεψε από τα καμπαρέ μετά την Κατοχή, μητέρα ενός κοριτσιού, προϊόν της σχέσης της με έναν Γερμανό αξιωματικό. Ο Νταρλάκ που αγαπάει την μικρή σαν κόρη του, φέρεται βίαια και περιφρονητικά στην σύζυγό του, όπως και σε όλους άλλωστε.

Ο τρίτος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο νεαρός πλέον Ντανιέλ, ο γιος του Ζαν Ντελμπός, που μεγάλωσε από το φιλικό ζευγάρι που τον έβγαλε από την κρυψώνα του. Ο Ντανιέλ είναι φανατικός κινηματογραφόφιλος και δουλεύει σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, έρχεται όμως η ώρα της κατάταξής του και πρέπει να πάει στην Αλγερία να υπηρετήσει την θητεία του. Εκεί θα ζήσει μια κόλαση από την οποία θα προσπαθήσει να απεμπλακεί χωρίς να ξέρει ότι εάν γυρίσει στους “γονείς” του, μια άλλη κόλαση θα τον περιμένει.

“...Στον μικρό καθρέφτη που είναι κρεμασμένος πάνω από το νιπτήρα δεν μπορεί να κοιταχτεί ολόκληρος, αλλά ξέρει ότι το σώμα του δεν διατηρεί κανένα ίχνος απ' όσα τράβηξε, εκτός απ' αυτό το σημάδι στην κλείδα κι αυτή την ουλή στην ωμοπλάτη. Κανένας πόνος. Το σώμα του είναι ψηλό, στεγνό και σφιχτό. Μυς, τένοντες, οστά. Το σώμα του είναι ακόμα νέο, παρότι κοντεύει τα πενήντα. Το ξέρει, το νιώθει. Δεν θα γεράσει πριν ολοκληρωθεί αυτό που πρέπει να κάνει. Θα διατηρήσει ακέραια αυτή τη δύναμη κι αυτή τη ζωηράδα, όπως κρατάμε κρυμμένο ένα όπλο και το γρασάρουμε ελέγχοντας το μηχανισμό του. Κι επίσης ασκούμαστε μ' αυτό.
Το πρόσωπό του δεν είναι πια παρά σημάδια, χαρακιές, ουλές. Μονοπάτια χαραγμένα σ' ένα έδαφος πολύ απαλό, χαρακώματα που δεν γέμισαν ποτέ μετά από έναν χαμένο πόλεμο. Παλιός χάρτης, χωρίς χρονολογία. Σφηνοειδής γραφή που νομίζεις πως την καταλαβαίνεις χωρίς να ξέρεις να τη διαβάζεις.”

Καθώς ο Ζαν Ντελμπός, αυτό το "φάντασμα", σφίγγει τον κλοιό γύρω από τον Νταρλάκ, “χτυπώντας” τους πιο κοντινούς του συνεργάτες, υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες με θύματα που δεν έφταιγαν σε τίποτα και απλά βρέθηκαν τυχαία εκεί. Αυτό το γεγονός θα κινητοποιήσει ολόκληρη την αστυνομική δύναμη της πόλης και ο Νταρλάκ, υποψιασμένος πλέον ότι εκείνος είναι ο στόχος, θα εξαπολύσει ένα ξέφρενο ανθρωποκυνηγητό για να συλλάβει τον μυστηριώδη άγνωστο.
Από τη μια η Αλγερία και η παράνοια του πολέμου μέσα από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και την αφόρητη ζέστη, από την άλλη το Μπορντό μέσα από τις ολοζώντανες περιγραφές του ικανότατου συγγραφέα θα γίνει ένα μαύρο σκηνικό βίας και εγκλημάτων χωρίς τελειωμό, μέχρι την τελική λύση που σαν μονομαχία γουέστερν θα δώσει την λύτρωση.

Ο Λε Κορ παρακολουθεί τους ήρωές του, εναλλάσσοντας την (τριτοπρόσωπη) αφήγηση από τον ένα στον άλλον, ενώ παρεμβάλλονται (σε πρωτοπρόσωπο λόγο), οι αναμνήσεις του Ζαν Ντελμπός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, την απόδρασή του και τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50 που γυρίζει ως εκδικητής στην πόλη του. Ο συγγραφέας αναπλάθει εξαιρετικά την εποχή, οι εικόνες του είναι ολοζώντανες και η δομή του βιβλίου εκπληκτική, καθώς η ένταση κορυφώνεται και ο ρυθμός γίνεται ταχύτερος για να φτάσει στο αναμενόμενο, υπέροχο φινάλε.

Δεν υπάρχει καλός και κακός σε αυτό το θαυμάσιο μυθιστόρημα. Μπορεί ο αναγνώστης να ταυτίζεται με τον “άγγελο-εκδικητή” αλλά ο συγγραφέας του το ξεκόβει από την αρχή, υπενθυμίζοντας συνεχώς ότι ο Ντελμπός ήταν μάλλον κακό και ζόρικο παιδί μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ενώ ο Νταρλάκ (ο οποίος έτσι κι αλλιώς από την αρχή τον γνωρίζουμε ως τον απόλυτα κακό της ιστορίας) ήταν κολλητός του για αρκετά χρόνια. Θα μπορούσε να είναι μια απλή και αιχμηρή ιστορία εκδίκησης αλλά ο Λε Κορ δεν συμβιβάστηκε μ' αυτή την ιδέα, τονίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, την ροή των γεγονότων που οδήγησαν δύο ανθρώπους, όχι τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους στις πράξεις τους, στον δρόμο που ακολούθησαν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του κοινωνικού και πολιτικού κλίματος της εποχής. Οι δωσίλογοι που είχαν την πονηριά-καπατσοσύνη ή/και την τύχη να μη ταυτιστούν ιδιαίτερα με τα στρατεύματα Κατοχής, κατέχουν καίριες θέσεις, στην πολιτική, την εξουσία, την κοινωνία – άνθρωποι που βρέθηκαν πάμπλουτοι μετά την Κατοχή εκμεταλλευόμενοι τον ανθρώπινο πόνο, συνεχίζουν να βρίσκονται στα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλγερίας και η όλη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 50 (πλημμυρισμένη από μουσικές της Εντίθ Πιαφ, του Ζιλμπέρ Μπεκό και άλλων), αντανακλάται στην περίπτωση του νεαρού Ντανιέλ, του οποίου η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη σε κάποιο άλλο βιβλίο, με τον διχασμό που υφίσταται, καθώς μεγαλωμένος με τα βιβλία του Μπωντλαίρ, τα ποιήματα του Ρεμπώ βλέπει λίγο ρομαντικά, λίγο ιδεαλιστικά την υποχρέωση της θητείας του εκεί, και όταν βρίσκεται με το όπλο ανά χείρας διαπιστώνει την πλάνη του.

Ο πόλεμος συνεχίζεται δείχνει να λέει ο συγγραφέας, επαναστάσεις, εμφύλιοι, παγκόσμιοι πόλεμοι, ατομικές βόμβες, πόλεμοι στην Ασία, την Αφρική, ψυχροί πόλεμοι, διαφθορά, βία και συνεχής εκμετάλλευση. Ο Λε Κορ, στήνει υπέροχα την ιστορία του, δεν αφήνει κενά, και με έναν αφοπλιστικό ρυθμό καθηλώνει τον αναγνώστη του σε ένα ελεγειακό μυθιστόρημα που έχει σε πρώτο φόντο την εκδίκηση και το νουάρ πλαίσιο, είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, υπερβαίνοντας τις ευκολίες αλλά και τα κλισέ του είδους, μιλώντας για την απώλεια, τον θάνατο, τον έρωτα, την συντροφικότητα με δυναμικό αλλά ταυτόχρονο και λυρικό τρόπο.

Το βιβλίο απέσπασε πολλά βραβεία στην κατηγορία Polar (πολιτικού/αστυνομικού μυθιστορήματος) στην Γαλλία, όπως τα Prix Landerneau και Prix Michel-Lebrun του 2014 καθώς και το βραβείο Trophees 813 του 2015. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε στη χώρα μας, το προηγούμενο και πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Λε Κορ, "Καρδιές σακατεμένες" του 2009, με το οποίο θα ασχοληθώ στο μέλλον.





 
Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017 | Permalink
Ένα διαφορετικό σεργιάνι
Το “ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΓΚΙΝΑΡΝΤΟ” (“Ronda del Guinardo) του πολύ καλού Καταλανού συγγραφέα Juan Marse (Βαρκελώνη,1933), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Μ.Παλαιολόγου, σελ.148), γραμμένο την δεκαετία του '80, είναι μια θαυμάσια και πολύ περιεκτική νουβέλα με έντονους συμβολισμούς, η οποία εντυπωσιάζει κυρίως για την ατμόσφαιρά της και την εξαιρετική απεικόνιση της εποχής στην οποία διαδραματίζεται.


Βαρκελώνη Μάιος 1945. Φρανκική Ισπανία, βυθισμένη στον σκοταδισμό και τον αυταρχισμό του καθεστώτος που χτίζεται πάνω στα ερείπια του εμφυλίου, ο οποίος τελείωσε μερικά χρόνια πριν. Είναι η ημέρα της επίσημης λήξης του Β Παγκόσμιου πολέμου και όλα τα αστυνομικά τμήματα έχουν τεθεί σε επιφυλακή, μπας και κάποιοι “παλιοχαρακτήρες” αποφασίσουν να γιορτάσουν το γεγονός.

Ένας μεσήλικας αστυνομικός που κοντεύει να συνταξιοδοτηθεί, πρέπει να συνοδεύσει την ορφανή 14άχρονη Ροσίτα στο νεκροτομείο, για να αναγνωρίσει στο πτώμα ενός άγνωστου άνδρα, αυτόν που την βίασε δύο χρόνια πριν. Η Ροσίτα, είναι τρόφιμος του ορφανοτροφείου που διευθύνει η κουνιάδα του αστυνομικού, και που σε αυτό βοηθάει και η κουρασμένη και αποκαρδιωμένη από εκείνον σύζυγός του, ενώ η μικρή εργάζεται και σε κάποια σπίτια ως καθαρίστρια. Ο αστυνομικός είναι ένας πολύ κουρασμένος άνθρωπος, με κακή φήμη για την βιαιότητά του, που θεωρεί ότι η σημερινή του υπηρεσία του δίνει την αφορμή για ένα ξεκούραστο απόγευμα, όμως η Ροσίτα τον ταλαιπωρεί ζητώντας του να την συνοδεύει από σπίτι σε σπίτι όπου πετάγεται για θελήματα η μικροδουλειές, καθυστερώντας συνεχώς την αναγνώριση του υποτιθέμενου βιαστή της, έχοντας αφήσει πίσω της το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή της.

“...Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν ήταν εκεί οι φίλοι της, κι ο άντρας που καθόταν στη φωτιά δεν ήταν ο γνωστός αλήτης· όταν την ξανακοίταζε, είχε ήδη τον σουγιά στο χέρι κι έλεγε με τραχιά φωνή: “Μη φωνάζεις. Κάτσε κάτω”. Την κοίταξε για λίγο κι ύστερα της είπε να ξαπλώσει δίπλα στη φωτιά και της σήκωσε τη φούστα. Ο άντρας πέταξε χούφτες χώμα στη φωτιά μέχρι να τη σβήσει, αλλά ύστερα, όσο κράτησε εκείνο, ο άνεμος την αναζωπύρωσε και βγήκαν ξανά φλόγες· εκείνη τις έβλεπε να χοροπηδάνε, με το μάγουλο ζουληγμένο πάνω στη σκόνη και με τη μύτη του σουγιά στον λαιμό. Έφτυσε στα αγριεμένα μάτια του βρομιάρη και στο ξεδοντιασμένο του στόμα, που μύριζε ωμά κουκιά και ήταν γλιστερό και μαλακό σαν βατράχι. Ένα ρυπαρό, τρεμάμενο χέρι χάιδευε τα μαλλιά της.”

Η περιπλάνηση του ιδιόμορφου ζευγαριού, του μεσήλικα άνδρα που καταφεύγει συνεχώς σε καπηλειά να πιεί ένα ποτηράκι (ακόμα) και της κολοπετσωμένης μικρής που τον πειράζει, και τον δουλεύει συνεχώς, γίνεται η αφορμή για μια περιπλάνηση στη συνοικία και σε ένα σκηνικό που μεταβάλλεται συνεχώς. Το κεφάλι του αστυνομικού είναι γεμάτο πτώματα και οι μνήμες του εμφυλίου και των επακόλουθων, στριφογυρίζουν συνεχώς στη μνήμη του φέρνοντας του εικόνες τραγικές και σκληρές. Από την άλλη, η Ροσίτα, μια Λολίτα του δρόμου που δουλεύει σαν το σκυλί, προσπαθώντας να αρπάξει την κάθε ευκαιρία για μια μικρή βελτίωση στη ζωή της. Πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι βλέπουμε τις κοινωνικές διαφορές, τις μικροκομπίνες για την επιβίωση, την εγκληματικότητα που πάει χέρι με χέρι με την προσπάθεια για επιβίωση.

“Συλλογίστηκε τότε την περιπλανώμενη απάτη που αντιπροσώπευε η ορφανή, το φιλεύσπλαχνο τέχνασμα της περιήγησής της με το εικόνισμα, το μοναχικό της σεργιάνι στο χείλος της πείνας και της εκπόρνευσης...”


Τι είναι λοιπόν αυτό το ευανάγνωστο και πολύ όμορφο βιβλιαράκι; Είναι ένα μικρό ταξίδι στην κόλαση ή μια καταβύθιση στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης; Μάλλον και τα δύο. Οι πρωταγωνιστές της γκροτέσκας νουβέλας του Μαρσέ, αντιπροσωπεύουν δύο κόσμους που κάποτε θα μπορούσαν να συμβιώσουν, αλλά τώρα τους χωρίζουν έτη φωτός. Το χαμίνι του δρόμου και ο θλιβερός εκπρόσωπος της εξουσίας, είναι και οι δύο ηττημένοι, εκείνος το έχει αντιληφθεί, εκείνη δεν το ξέρει ακόμα αλλά η πορεία της είναι προδιαγεγραμμένη. Η Ροσίτα δεν ενδιαφέρεται πλέον για τον βιαστή της, μέσα της έχει προχωρήσει, το έχει αφήσει πίσω το γεγονός, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον έχει συγχωρήσει τον άνθρωπο που της επιτέθηκε, πλέον τα χρόνια στους δρόμους την έχουν κάνει πιο ανεκτική, ξέρει να ελίσσεται για να επιβιώσει.

Η απεικόνιση της συνοικίας στη Βαρκελώνη της δεκαετίας του 40, από τον συγγραφέα, είναι εκπληκτική. Ζητιάνοι, μικροκακοποιοί, ταβερνιάρηδες και πελάτες, παράνομο εμπόριο και φτώχεια ανακατεμένη με σπίτια πλούσια που έχουν παρελθόν. Το αίσθημα της απομόνωσης και της παρακμής της χώρας είναι πολύ έντονο, χαρακτηριστικός ο διάλογος που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο όταν οι θαμώνες μιας ταβέρνας παραπονιούνται ότι "μόνο με την Πορτογαλία μπορούμε να παίζουμε πλέον" (που είχε κι αυτή μια αντίστοιχη δικτατορία υπό τον Σαλαζάρ)

Ο Μαρσέ αναπλάθει μια πόλη που καταρρέει, πολύ διαφορετική από την σημερινή ακμάζουσα τουριστική πρωτεύουσα. Έξοχος παρατηρητής της ζωής (όπως είδαμε και στο άλλο μυθιστόρημά του που μεταφράστηκε πριν λίγα χρόνια στη γλώσσα μας, το "Τα τελευταία απογεύματα με την Τερέζα"), μεταφέρει εικόνες έντονα ρεαλιστικές που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη μέσα τους, ενώ το μαύρο χιούμορ και η ειρωνεία είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα ενός βιβλίου που περιγράφει με έντονα χρώματα τον σκοταδισμό και την ατμόσφαιρα της εποχής.